Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξαμαρτάνω < ἐξ- + ἁμαρτάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐξαμαρτάνω

  1. αποτυγχάνω
  2. χάνω το στόχο μου
  3. προδίδω (με την έννοια της αποτυχίας εκπλήρωσης υποχρέωσης), παραβαίνω
  4. διαπράττω μεγάλο σφάλμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία