Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἀττική < συγγενές της λέξης Ἀτθίς από το Ἀθῆναι

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἀττική ουσιαστικό και επίθετο (με αρσενικό ἀττικός και Ἀττικός και με ουδέτερο ἀττικόν και Ἀττικόν)

  1. η περιοχή της Αθήνας, η Αττική
    ἡ Ἀττική γῆ και μόνον ἡ Ἀττική
  2. η Αθηναία
    ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ ὄψει τοι σφόδρ᾽ αὐτὰς Ἀττικάς, ἅπαντα δρώσας τοῦ δέοντος ὕστερον: Θα δεις φίλε μου ότι είναι βέρες Αθηναίες, έρχονται πάντα αργοπορημένες (Αριστοφάνης, Λυσιστράτη 56)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  • οἱ Ἀττικοί (εννοείται συγγραφείς: οι συγγραφείς της Αττικής)

ΣύνθεταΕπεξεργασία