Δείτε επίσης: ανακολουθία

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀνακολουθί αἱ ἀνακολουθίαι
      γενική τῆς ἀνακολουθίᾱς τῶν ἀνακολουθιῶν
      δοτική τῇ ἀνακολουθί ταῖς ἀνακολουθίαις
    αιτιατική τὴν ἀνακολουθίᾱν τὰς ἀνακολουθίᾱς
     κλητική ! ἀνακολουθί ἀνακολουθίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνακολουθί
γεν-δοτ τοῖν  ἀνακολουθίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνακολουθία < ἀν- (στερητικό ἀ-) + ἀκολουθία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀνακολουθία θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία