Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συνειρμός οι συνειρμοί
      γενική του συνειρμού των συνειρμών
    αιτιατική τον συνειρμό τους συνειρμούς
     κλητική συνειρμέ συνειρμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνειρμός < ελληνιστική συνειρμός < συνείρω < σύν + εἴρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.niɾˈmos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνειρμός αρσενικό

  1. (καθομιλουμένη) μια σκέψη που προκαλεί άλλη λόγω εκλαμβανόμενης συνάφειας (ασχέτως αν όντως υφίσταται)
  2. (ψυχολογία) η διαδικασία με την οποία η συνείδηση συνδέει τις παραστάσεις και ο τρόπος με τον οποίο τις ανακαλεί από τη μνήμη. Τόσο η διαδικασία όσο και ο τρόπος μπορεί να πραγματοποιούνται χωρίς την παρέμβαση της βούλησης έτσι, ώστε, όταν μια παράσταση ανακαλείται, να παρασύρονται μαζί της και άλλες, ακόμη κι άσχετες λογικά μεταξύ τους
  3. (συνεκδοχικά) η σειρά των παραστάσεων που ανακαλούνται από τη μνήμη, αφού έχουν συνδεθεί με μια πρώτη παράσταση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ελεύθερος συνειρμός : ψυχαναλυτική μέθοδος κατά την οποία ο ασθενής διατυπώνει όλες τις σκέψεις που περνούν από το νου, είτε με αφορφή μια λέξη, ένα αριθμό, μια εικόνα ή κάθε άλλη παράσταση είτε αυθόρμητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία