Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψευδοροφή ψευδοροφές
γενική ψευδοροφής ψευδοροφών
αιτιατική ψευδοροφή ψευδοροφές
κλητική ψευδοροφή ψευδοροφές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψευδοροφή < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική faux plafond

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψευδοροφή θηλυκό

  1. πρόσθετη διακοσμητική ή λειτουργική κατασκευή κάτω από την κανονική οροφή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία