Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χασαποσέρβικος < χασάπικος + σέρβικος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χασαποσέρβικος αρσενικό

  1. παραδοσιακός ελληνικός λαϊκός χορός, από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία