Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάλια < χάλι

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

χάλια

  1. (ανεπίσημο) σε πολύ άθλια κατάσταση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • άθλια
  • (άλλο ύφος, πιο ανεπίτρεπτο) σκατά
  • (άλλο ύφος, χυδαίο) γάμησέ τα, γάμα τα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

χάλια