Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φραμασόνος φραμασόνοι
γενική φραμασόνου φραμασόνων
αιτιατική φραμασόνο φραμασόνους
κλητική φραμασόνε φραμασόνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραμασόνος < από την ιταλική frammassone και τη γαλλική franc-maçon για τους ελευθεροτέκτονες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραμασόνος αρσενικό

  1. ο Ελευθεροτέκτονας, ο μασόνος. Ο κόσμος πάντως επέμενε να αλλάζει τη λεξη και να τη συνδυάζει με το φαρμάκι αποκαλώντας τους τέκτονες φαρμασόνους και όχι φραμασόνους.



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία