Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  φοβέω - φοβῶ   φοβέομαι - φοβοῦμαι 
Παρατατικός  ἐφόβουν   ἐφοβούμην 
Μέλλοντας  φοβήσομαι - φοβηθήσομαι 
Αόριστος  ἐφόβησα   έφοβησάμην - έφοβήθην 
Παρακείμενος  πεφόβημαι 
Υπερσυντέλικος  έπεφοβήμην 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φοβέω < φόβος < φέβομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

φοβέω, μέσο-παθητικό φοβέομαι-oῦμαι

  1. τρέπω σε φυγή, κάνω κάποιον να το βάλει στα πόδια τρομαγμένος, τον τρομάζω για να φύγει (στον Όμηρο)
  2. φοβίζω, προκαλώ φόβο, τρομοκρατώ στα χρόνια μετά τον Όμηρο. Συνήθως με αιτιατική
    αἱ κάμηλοι ἐφόβουν τους ἵππους
    φοβήσαντες κατεστήσαντο τὴν πολιτείαν : εδραίωσαν το πολίτευμα εκφοβίζοντας
  3. φοβίζω με κάτι, απειλώ με κάτι
  4. Φοβοῦμαι: φοβάμαι
    φοβηθέντες ᾤχοντο φεύγοντες
    Με αιτιατική :οἱ δουλείαν καὶ δεσμὸν φοβούμενοι (αυτοί που φοβούνται την δουλεία και τα δεσμά)
    Με γενική : πεφοβημένος νυκτός
    Με απαρέμφατο : τὸ ἀποθνῄσκειν οὐδεὶς φοβεῖται,... τὸ ἀδικεῖν φοβεῖται
    με εμπρόθετα :ὑπό τινος  : τρέπομαι σε φυγή από κάποιον φοβεῖσθαι εἴς και 'φοβεῖσθαι πρός ἀνδρὸς ἢ τέκνων (φοβάμαι για τον άντρα μου ή τα παιδιά μου), φοβηθεὶς ἀμφὶ τῇ γυναικί (φοβήθηκε μήπως αφορούσε τη γυναίκα του) ή περί τινος /τινι
    με δευτερεύουσες προτάσειςφοβείσθαι μή/ ὅπως μὴ, ὅτι ὡς : φοβάμαι ότι.., μήπως...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία