Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐκφοβέω < ἐκ + φοβέω / φοβῶ < φόβος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐκφοβέω

  1. (μεταβατικό) φοβίζω κάποιον, τον τρέπω σε φυγή, τον εκφοβίζω
  2. (αμετάβατο) φοβάμαι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία