Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπερίτης οι υπερίτες
      γενική του υπερίτη των υπεριτών
    αιτιατική τον υπερίτη τους υπερίτες
     κλητική υπερίτη υπερίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερίτης < Υπρ, το όνομα του χωριού στο οποίο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερίτης αρσενικό

 
Χημική δομή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία