Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερέκθεση οι υπερεκθέσεις
      γενική της υπερέκθεσης* των υπερεκθέσεων
    αιτιατική την υπερέκθεση τις υπερεκθέσεις
     κλητική υπερέκθεση υπερεκθέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, υπερεκθέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερέκθεση < υπερ- + έκθεση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερέκθεση θηλυκό

  1. έκθεση σε κάτι (επίδραση από κάτι) σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ' ότι χρειάζεται ή αρμόζει
  2. μεγάλη έκθεση (ζωγραφικής κ.λπ.)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία