Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υδροδοχείο τα υδροδοχεία
      γενική του υδροδοχείου των υδροδοχείων
    αιτιατική το υδροδοχείο τα υδροδοχεία
     κλητική υδροδοχείο υδροδοχεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροδοχείο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδροδοχείο ουδέτερο

  1. μικρό δοχείο με πόσιμο νερό που το φέρνει κάποιος μαζί του για προσωπική χρήση, παγούρι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία