Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓      πληθυντικός  
ονομαστική τα υαλικά
      γενική των υαλικών
    αιτιατική τα υαλικά
     κλητική υαλικά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλικά< πληθυντικός ουδ. του επιθέτου υαλικός ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υαλικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (καθαρεύουσα) τα γυαλικάδείτε τη λέξη .

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

υαλικά