Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσουβασικά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσουβασικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (γλωσσολογία) Τουρκική διάλεκτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας
  2. που ανήκει ή σχετίζεται με την Τσουβασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία