Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τετραγώνισμα τα τετραγωνίσματα
      γενική του τετραγωνίσματος των τετραγωνισμάτων
    αιτιατική το τετραγώνισμα τα τετραγωνίσματα
     κλητική τετραγώνισμα τετραγωνίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραγώνισμα < τετραγωνίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετραγώνισμα ουδέτερο

  1. η συνέπεια του τετραγωνίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία