Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετράκωμος < τετρα- + κῶμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετράκωμος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις κώμους (τραγούδια)
  2. (μουσική): αρχαίος ελληνικός ιερός επινίκιος ύμνος και πολεμικός χορός προς τιμή του Ηρακλή
  3. ιδιαίτερο είδος αύλησης
  4. (συνεκδοχικά) μεγάλη γιορτή

  ΠηγέςΕπεξεργασία