Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τερτσέτο τα τερτσέτα
      γενική του τερτσέτου των τερτσέτων
    αιτιατική το τερτσέτο τα τερτσέτα
     κλητική τερτσέτο τερτσέτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τερτσέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική terzetto < υποκοριστικό του terzo (τρίτος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τερτσέτο ουδέτερο

  1. (μουσική) μουσικό κομμάτι γραμμένο για να τραγουδηθεί από τρία άτομα
  2. (συνεκδοχικά) τα άτομα που τραγουδούν αυτό το κομμάτι
  3. (μεταφορικά) παρέα από τρεις φίλους με πολλά κοινά
  4. (λογοτεχνία) τερτσίνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία