Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταχυπλοΐα < ταχυ- (< ταχύς) + -πλοΐα (< πλέω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταχυπλοΐα θηλυκό

  1. αγώνας ταχύτητας στη θάλασσα μεταξύ ταχύπλοων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία