Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας τέλλω τέλλομαι
Παρατατικός ἔτελλον ἐτελλόμην
Μέλλοντας τελῶ τελοῦμαι
Αόριστος ἔτειλα ἐτειλάμην
Παρακείμενος τέταλκα τέταλμαι
Υπερσυντέλικος ἐτετάλκειν ἐτετάλμην
Συντελ.Μέλλ. τεταλκώς ἔσομαι τεταλμένος ἔσομαι


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέλλω < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *tla-. Συγγενές με το (ιαπετικό) tela- (=υψώνω, σηκώνω). Με την έννοια συμπληρώνω < (ιαπετικό) qvel- (=περιστρέφω), συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) πέλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τέλλω

  1. εγείρω, σηκώνω
  2. κάνω κάτι να εγερθεί, να σηκωθεί
  3. φέρω εις τέλος, εις πέρας, αποπερατώνω
  4. εκτελώ
  5. (παθητικό) εγείρομαι, εμφανίζομαι, ανατέλλω
  6. συμπληρώνω, ολοκληρώνω, εκπληρώνω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἡλίου τέλλοντος (κατά την ανατολή του ηλίου)