Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνοδοιπορία οι συνοδοιπορίες
      γενική της συνοδοιπορίας των συνοδοιποριών
    αιτιατική τη συνοδοιπορία τις συνοδοιπορίες
     κλητική συνοδοιπορία συνοδοιπορίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοδοιπορία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνοδοιπορία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία