Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέκω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στέκω < ελληνιστική κοινή στήκω < αρχαία ελληνική ἕστηκα (παρακείμενος του ἵστημι) [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

στέκω (παρατατικός: έστεκα - αμετάβατο, χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

  1. (λαϊκότροπο, λογοτεχνικό) στέκομαι
    1. σταματώ, δεν κινούμαι
    2. (τριτοπρόσωπο): ισχύει, είναι σωστό
      Αυτή η θεωρία δε στέκει επιστημονικά, δεν αντέχει σε κριτική.
    3. (απρόσωπο): είναι σωστό, αποδεκτό
      Στέκει στην εποχή μας να παντρεύεται σε ηλικία 14 ετών; Δε στέκει.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Προστακτική (ιδιωματικά): στέκα (β' ενικό), στεκάτε (β' πληθυντικό). Για επιπλέον τύπους, βλ. στέκομαι. [2]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. στέκω έστεκα θα στέκω να στέκω στέκοντας
β' ενικ. στέκεις έστεκες θα στέκεις να στέκεις
γ' ενικ. στέκει έστεκε θα στέκει να στέκει
α' πληθ. στέκουμε στέκαμε θα στέκουμε να στέκουμε
β' πληθ. στέκετε στέκατε θα στέκετε να στέκετε στέκετε
γ' πληθ. στέκουν(ε) έστεκαν
στέκαν(ε)
θα στέκουν(ε) να στέκουν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «στέκω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. για την κλίση, δείτε: Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).