Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιτάλευρο τα σιτάλευρα
      γενική του σιτάλευρου των σιτάλευρων
    αιτιατική το σιτάλευρο τα σιτάλευρα
     κλητική σιτάλευρο σιτάλευρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιτάλευρο < σίτος + αλεύρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σιτάλευρο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία