Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάκιασμα σακιάσματα
γενική σακιάσματος σακιασμάτων
αιτιατική σάκιασμα σακιάσματα
κλητική σάκιασμα σακιάσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάκιασμα < σακιάζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάκιασμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σακιάζω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία