Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτίλο πτίλα
γενική πτίλου πτίλων
αιτιατική πτίλο πτίλα
κλητική πτίλο πτίλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτίλο < πτίλον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτίλο ουδέτερο

  1. το πούπουλο, το μαλακό χνουδωτό φτερό των πτηνών φυόμενο κάτω από τα μεγάλα φτερά, δηλαδή το πούπουλο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία