Δείτε επίσης: φτέρνισμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική πτέρνισμα πτερνίσματε πτερνίσματα
Γενική πτερνίσματος πτερνισμάτοιν πτερνισμάτων
Δοτική πτερνίσματι πτερνισμάτοιν πτερνίσμασι
Αιτιατική πτέρνισμα πτερνίσματε πτερνίσματα
Κλητική πτέρνισμα πτερνίσματε πτερνίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτέρνισμα < πτερνίζω < αρχαία ελληνική πτέρνη / πτέρνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτέρνισμα ουδέτερο