Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προϊσταμένη οι προϊστάμενες
      γενική της προϊσταμένης των προϊσταμένων
    αιτιατική την προϊσταμένη τις προϊστάμενες
     κλητική προϊσταμένη προϊστάμενες
Συχνά, διτυπία στον πληθυντικό: και προϊσταμένες.
Δείτε και την κλίση της μετοχής προϊστάμενος.
Κατηγορία όπως «κατηγορουμένη» - Δείτε: μετακίνηση τόνου στο Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προϊσταμένη, θηλυκό της μετοχής ενεστώτα προϊστάμενος του ρήματος προΐσταμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προϊσταμένη θηλυκό (αρσενικό προϊστάμενος)

  1. αυτή που διοικεί ένα τμήμα μιας υπηρεσίας
  2. η ανώτερη νοσηλεύτρια μιας κλινικής νοσοκομείου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία