Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πλαγγών οἱ πλαγγόνες
      γενική τοῦ πλαγγόνος τῶν πλαγγόνων
      δοτική τῷ πλαγγόν τοῖς πλαγγόσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν πλαγγόν τοὺς πλαγγόνᾰς
     κλητική ! πλαγγών πλαγγόνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πλαγγόνε
γεν-δοτ τοῖν  πλαγγόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλαγγών < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: πλαγγόνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλαγγών αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία