Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρευρίσκομαι < λόγιο ρήμα από το αρχαιοελληνικό παρευρίσκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρευρίσκομαι

  • βρίσκομαι κάπου μαζί με άλλους, συνήθως σε εκδήλωση όπου όλοι έχουν κοινό στόχο ή ενδιαφέρον (όχι σε απλή τυχαία συγκέντρωση ατόμων π.χ. σε πλατεία).
Στην εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου μουσικοσυνθέτη παρευρέθηκαν όλοι οι δήμαρχοι της περιοχής και πλήθος κόσμου

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σημειώσεις: Απαντούν και λόγιοι τύποι στον αόριστο: γ' ενικ. παρευρέθη και γ' πληθ. παρευρέθησαν (στη γιορτή για την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο παρευρέθησαν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ...)
Χρησιμοποιούνται και οι τύποι της δημοτικής από το ρήμα παραβρίσκομαι, π.χ. παραβρέθηκαν (στην παρουσίαση της νέας δισκογραφικής του δουλειάς παραβρέθηκαν όλοι οι συντελεστές του άλμπουμ...)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία