Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό présent présents
θηλυκό présente présentes

présent (fr) αρσενικό

  1. ενεστώτας
    Conjuguez le verbe au présent  : κλίνετε το ρήμα στον ενεστώτα.
  2. παρόν
    Le présent est futile : το παρόν είναι ασήμαντο.
  3. δώρο, χάρισμα
    Il lui a offert des présents  : του/της πρόσφερε δώρα.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό présent présents
θηλυκό présente présentes

présent (fr)

  1. παρών
    Il était présent au bal : ήταν παρών στο χορό.