Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παραδειγματάκι τα παραδειγματάκια
      γενική
    αιτιατική το παραδειγματάκι τα παραδειγματάκια
     κλητική παραδειγματάκι παραδειγματάκια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραδειγματάκι < παράδειγμα +-άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραδειγματάκι ουδέτερο

  1. μικρό παράδειγμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία