Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδισμός παιδισμοί
γενική παιδισμού παιδισμών
αιτιατική παιδισμό παιδισμούς
κλητική παιδισμέ παιδισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παιδισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παιδισμός αρσενικό

  1. η παθολογική διατήρηση σε ενηλίκους ψυχοσωματικών χαρακτηριστικών της παιδικής ηλικίας με απουσία χαρακτηριστικών ενηλίκου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία