Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οργανώτρια οι οργανώτριες
      γενική της οργανώτριας των οργανωτριών
    αιτιατική την οργανώτρια τις οργανώτριες
     κλητική οργανώτρια οργανώτριες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανώτρια < οργανωτής + -τρια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οργανώτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη οργανωτής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία