Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεσηκωμός ξεσηκωμοί
γενική ξεσηκωμού ξεσηκωμών
αιτιατική ξεσηκωμό ξεσηκωμούς
κλητική ξεσηκωμέ ξεσηκωμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεσηκωμός < ξεσηκώνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεσηκωμός αρσενικό

  1. η εξέγερση
  2. η αναστάτωση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία