Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξεποδάριασμα τα ξεποδαριάσματα
      γενική του ξεποδαριάσματος των ξεποδαριασμάτων
    αιτιατική το ξεποδάριασμα τα ξεποδαριάσματα
     κλητική ξεποδάριασμα ξεποδαριάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεποδάριασμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεποδάριασμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία