Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκάνω < μεσαιωνική ελληνική ξεκάνω και ξεκάμω < ξεκάμνω < ξε + κάμνω < αρχαία ελληνική ἐκκάμνω (χάνω τις δυνάμεις μου από γηρατειά, πολέμους)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεκάνω (μόνον ενεργητικό)

  1. εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ
    Με ξεκάνανε πια οι γιοί σου με τις σκανδαλιές και τις αταξίες τους
  2. (λαϊκότροπο) σκοτώνω καποιον
    Τον ξέκαναν οι μαφιόζοι
  3. {παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) "σκοτώνω" κάτι πουλώντας του σε εξευτελιστική τιμή, το πουλάω όσο-όσο, το ξεφορτώνομαι
    Ξέκανα τη μπιζουτιέρα της μαμάς στους γύφτους
  4. απαλλάσσομαι από φορτίο ή δουλειές
    Σιδέρωνα κι έπλενα όλη μέρα, αλλά τώρα είναι όλα λαμπίκο και ξέκανα
    Τους ξόφλησα και ξέκανα πια με τις βρωμοτράπεζες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία