Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

wear out < → δείτε τις λέξεις wear και out

  ΡήμαΕπεξεργασία

wear out (en)

  1. φθείρω, φθείρομαι
  2. λιώνω
  3. εξαντλώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία