Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

worn out (en)

  1. φθαρμένος τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια
    don't wear this old worn out shirt anymore!
  2. πολύ κουρασμένος, εξοντωμένος
    after such a long meeting I'm all worn out