Ετυμολογία

επεξεργασία
ξαλαφρώνω < ξε- + ελαφρύς/αλαφρύς + -ώνω

ξαλαφρώνω, παθ. μτχ.: ξαλαφρωμένος

  1. (μεταβατικό) απαλλάσσω κάποιον από ένα βάρος που κουβαλάει
    του πήρε τη μια από τις δυο βαλίτσες που κουβαλούσε για να τον ξαλαφρώσει κάπως
  2. (αμετάβατο) απαλλάσσομαι από ένα βάρος στο πεπτικό σύστημα
    είχα δυσκοιλιότητα για δυο μέρες, αλλά τώρα ξαλάφρωσα
  3. (αμετάβατο) απαλλάσσομαι από κάτι που με βαραίνει ψυχολογικά, ανακουφίζομαι
    ουφ, τα είπα και ξαλάφρωσα

Άλλες μορφές

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία