Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπογιατζίδικο < μπογιατζής + -ίδικο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπογιατζίδικο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία