Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπιρούλα οι μπιρούλες
      γενική της μπιρούλας
    αιτιατική την μπιρούλα τις μπιρούλες
     κλητική μπιρούλα μπιρούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπιρούλα < μπίρα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /bi.ˈɾu.la/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπιρούλα θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία