Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονοσάκχαρο < μονο- + σάκχαρο.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μονοσάκχαρο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία