Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μητρο- < αρχαία ελληνική , γενική μητρ-ός του ουσιαστικού μήτηρ

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

μητρο-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με τη μητέρα ή με κάποια μεταφορική χρήση της
    μητροκτόνος (ο φονεύς της μητέρας)
    μητρόπολη (η "μητέρα" πόλη σε σχέση με την αποικία)