Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελία < αρχαία ελληνική μελία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελία θηλυκό

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελία < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως από το μέλι λόγω του χρώματος του κορμού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελία ἡ και ιωνικός τύπος μελίη

  1. το δέντρο μελία (σήμερα μελιά ή φράξο)
  2. ασπίδα, ρόπαλο, δόρυ από ξύλο μελίας
  3. Μελίαι, κύριο όνομα, οι νύμφες των μελιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • μέλινος όχι με τη νεοελληνική έννοια, αλλά από ξύλο μελίας
  • μείλινος
  • μελέινος,η,ον από ξύλο μελίας