Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαυροδάφνη μαυροδάφνες
γενική μαυροδάφνης μαυροδαφνών
αιτιατική μαυροδάφνη μαυροδάφνες
κλητική μαυροδάφνη μαυροδάφνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυροδάφνη < μαύρος + δάφνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαυροδάφνη θηλυκό

  1. ποικιλία γλυκού κρασιού με πολύ βαθύ κόκκινο χρώμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία