Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανταλάκι < υποκοριστικό του μάνταλο
 
ξύλινο μανταλάκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανταλάκι ουδέτερο

  1. το μικρό μάνταλο
  2. με αυτή τη λέξη κατά κανόνα εννοούνται τα μανταλάκια με τα οποία κρεμάμε τα ρούχα ή κάτι ελαφρύ, συνήθως για να στεγνώσει


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία