Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαθεύομαι < συνοπτικό θέμα μαθ- από το ρήμα μαθαίνω + επίθημα -εύομαι [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαθεύομαι, πρτ.: μαθευόμουν, στ.μέλλ.: θα μαθευτώ, αόρ.: μαθεύτηκα, μτχ.π.π.: μαθημένος (αποθετικό ρήμα) → δείτε και τη λέξη μαθαίνομαι

  1. (για νέα, ειδήσεις, πληροφορίες) γίνεται γνωστό
    Δεν μαθεύτηκε τίποτα. Το κρατούν όλοι επτασφράγιστο μυστικό.
    η αλήθεια πάντα μαθεύεται
  2. (σε γ' πρόσωπο κυρίως αορίστου: απρόσωπο ρήμα) διαδίδεται η φήμη
    μόλις μαθεύτηκε ότι παραιτήθηκε ο πρόεδρος
    μαθεύεται ότι θα παντρευτείς· αληθεύει;

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).  σελ.367