Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγιό < γαλλική maillot < maille < λατινικά macula

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγιό ουδέτερο άκλιτο (λαϊκοτρόπως δύναται και να κλιθεί όπως η λέξη νερό)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία