Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάτιση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάτιση θηλυκό

  1. το σημείο στο οποίο έχουν ενωθεί δύο ομοειδή αντικείμενα
    εάν στοκάρεις και τρίψεις καλά τα πηχάκια δεν θα φαίνονται οι ματίσεις
  2. (ιατρική), (μεταφορικά) νευράξονας, άρθρωση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία