Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάσησις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάσησις < μασάομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάσησις

  • ελληνιστική λέξη για τη μάσηση και το μάσημα της τροφής ή της τσίχλας από ανθρώπους και ζώα, ή για τα άλογα που μασούν τα γκέμια